Η κα Σόικου με ενημέρωσε για τη διήμερη πολιτιστική δράση του Τμήματος “Φορώντας την Πολιτιστική Κληρονομιά: Υφαίνουμε αναμνήσεις στην τοπική κοινότητα”, η οποία θα λάμβανε χώρα στην Καπναποθήκη Αυστροελληνικής Εταιρίας Καπνού στο Κιλκίς, το Δεκέμβρη του 2024. Μου είπε πως η δράση ήταν ανοιχτή και πως όταν πάω να έχω μαζί μου ένα αντικείμενο ή ένα τμήμα από ρούχο που να άνηκε σε κάποιο γυναικείο πρόσωπο, σημαντικό για εμένα.
Πήγαμε εκεί μαζί με τις αδελφές μου, η καθεμιά πήρε κάτι δικό της. Εγώ διάλεξα ένα μαξιλάρι, το οποίο ήχε φτιάξει η μαμά μου γεμισμένο με ίνες μαλλιού, η οποία μέχρι σήμερα κοιμάται σε ένα τέτοιο. Τη μαμά μου την έχω συνδέσει με της ίνες μαλλιού, ειδικά σε σχέση με το μαξιλάρι. Τη θυμάμαι να επαναγεμίζει την εσωτερική θήκη του, που μοιάζει με τσουβάλι, με το περιεχόμενο του από ίνες μαλλιού αφού τις είχε πλύνει, στεγνώσει, λιάσει. Θυμάμαι την κίνηση των χεριών της, όταν προσπαθούσε να κλείσει με μια βελόνα και κλωστή την ανοιχτή πλευρά της θήκης – τσουβάλι, σχεδόν πάντα ροζ χρώματος.
Για την καρφίτσα μου χρησιμοποίησα ένα τμήμα της ροζ θήκης, το οποίο μου θύμισε το ξεπλυμένο αίμα, τον πόνο, την ντροπή – όλα αυτά που ανέκαθεν έκρυβαν οι γυναίκες και η μαμά μου. Το ύφασμα αυτό το έφθειρα με τη βοήθεια μιας πέτρας. Πήρα ίνες από το εσωτερικό του μαξιλαριού, αλλά και ένα τμήμα από προηγούμενη δουλειά μου (προέκυψε από, ύφασμα, σαπούνι, ίνες μαλλιού, νήμα, νερό και τριβή), το οποίο παρέπεμπε σε ζορισμένο έντερο – τα αυτοάνοσα στα, οποία οδηγούν τα καταπιεσμένα συναισθήματα. Με τα παραπάνω στοιχεία έφτιαξα την καρφίτσα μου σε σχήμα λουλουδιού, μια παρόδια – ενώ μέσα μας αιμορραγούμε, εμμένουμε στην εντύπωση που θα κάνουμε στους άλλους, μην τυχόν και μας καταλάβουν.
Είμαι πολύ τυχερή που παραβρέθηκα σε αυτήν τη δράση, η οποία μαζί με το κομπινεζόν της Μαρίνας του project “Από τον Ζορμπά στην Γυναίκα με τα μαύρα” αποτέλεσαν οιωνό για την σύλληψη της ιδέας για τη σειρά ενδυμάτων μου “ Τα ασπρόρουχα”.
